Η διαχείριση της νόσου
του Πάρκινσον απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση με επίκεντρο τον ασθενή, εύρωστη
αξιολόγηση και πολυεπιστημονική συμβολή (ανατρέξτε στο άρθρο για την
πολυεπιστημονική προσέγγιση της διαχείρισης της νόσου του Πάρκινσον στις
σελίδες 18–23 αυτού του εντύπου). Αν και σε μεγάλο βαθμό θεωρείται ότι τα μη
κινητικά συμπτώματα δεν έχουν ντοπαμινεργική βάση, στοιχεία από έναν μικρό
αριθμό δοκιμών υποδεικνύουν ότι η κατάθλιψη, το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, οι
διαταραχές της ουροδόχου κύστης, η κόπωση και η δυσκοιλιότητα μπορεί να
ανακουφιστούν με ντοπαμινεργική θεραπεία.1,2,14 Επιπλέον, τα άτομα
με γνωστική έκπτωση, ψύχωση, υπερβολική υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας,
στυτική δυσλειτουργία ή σιελόρροια μπορεί να ωφεληθούν από τη χορήγηση
συμπτωματικής αγωγής. Η ανταπόκριση κάποιων μη κινητικών συμπτωμάτων στις
θεραπείες που χορηγούνται για την αντικατάσταση του ελλείμματος της ντοπαμίνης,
όπως η λεβοντόπα, είναι ανεπαρκής.
Ενώ η ντοπαμινεργική
θεραπεία αποτελεί εδώ και πολύ καιρό το στυλοβάτη για την αντιμετώπιση των
κινητικών συμπτωμάτων της νόσου του Πάρκινσον, ενδέχεται να επιταχύνει την
εξέλιξη ορισμένων μη κινητικών συμπτωμάτων, όπως το σύνδρομο απορρύθμισης της
ντοπαμίνης και η ορθοστατική υπόταση, οι παραισθήσεις και οι διαταραχές του
ύπνου. Τα άτομα που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία με λεβοντόπα μπορεί να
εμφανίσουν τα φαινόμενα «εξάντλησης» της δράσης του φαρμάκου (“wearing off”),
τα οποία μπορεί να σχετίζονται με μη κινητικά συμπτώματα, όπως το άγχος, τον
πόνο ή την κόπωση. Αυτά τα άτομα ενδέχεται να ωφεληθούν από τη συνεχή
ντοπαμινεργική διέγερση, όπως τα σκευάσματα, τα διαλύματα προς έγχυση και τα
δερματικά έμπλαστρα παρατεταμένης/24ωρης αποδέσμευσης ή ακόμα και από την εν τω
βάθει εγκεφαλική διέγερση.2
Συμπερασματικά, ο
καθυστερημένος εντοπισμός των μη κινητικών συμπτωμάτων μπορεί να οδηγήσει σε
ανικανότητα, κακή ποιότητα ζωής και αύξηση του κόστους φροντίδας της νόσου του
Πάρκινσον για το κοινωνικό σύνολο. Τα μη κινητικά συμπτώματα όπως οι οπτικές
παραισθήσεις, η άνοια και οι πτώσεις αποτελούν σημαντικές αιτίες νοσηλείας και
εισαγωγής σε ιδρύματα, καθώς και τις κύριες πηγές κόστους της θεραπείας της
νόσου του Πάρκινσον. Η αναγνώριση αυτών των συμπτωμάτων είναι, ως εκ τούτου,
ουσιώδους σημασίας για τη διαχείριση της νόσου του Πάρκινσον και την πιο
έγκαιρη πρόσβαση σε θεραπεία. Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στη
σημασία μιας πολυεπιστημονικής προσέγγισης, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης
των φροντιστών.15